εὐάντητος

εὐάντητος
εὐ-άντητος, u. εὐ-αντής, dem man leicht, gern begegnet, freundlich, mild, ϑεός, gnädig. Auch ἄγρη, ἐδωδή, angenehm

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ευάντητος — εὐάντητος, ον (ΑΜ) [ευάντης] ευπρόσδεκτος αρχ. 1. ευκολοπλησίαστος, ευπρόσιτος 2. ευμενής …   Dictionary of Greek

  • εὐάντητος — accessible masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐάντητον — εὐάντητος accessible masc/fem acc sg εὐάντητος accessible neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐάντητε — εὐάντητος accessible masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐάντητοι — εὐάντητος accessible masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”